Λόγια Πολιτικών

{Συσσωρευτής} Λόγων από τα Blogs των πολιτικών

Κονσέρτο για Πατρίδα Αόριστη...

25
vote


Θέλω βόλτα πάλι, γουστάρεις;

Πελαγωμένος είμαι εδώ και καιρό, όσες φορές προσπάθησα να ξανοιχτώ με ειδοποιούσαν πως υπήρχε απαγορευτικό, εκδοθέν «από πάνω». Ακραία, τα καιρικά φαινόμενα, ψυχούλα…

Μα, τώρα βρέχει δυνατά, και πιο εύκολα διακρίνω τα μέρη που θέλω να σε πάω. Βρεγμένο χέρι, μες στο δικό μου βρεγμένο χέρι να μπλεχτεί, εκεί ακριβώς που πετάχτηκε από τη νέκρα του τοπίου ένα βλαστάρι ολοκαίνουργιο. Κοίτα! Σαν παιδί που τώρα ήρθε…

Είδα μια συζήτηση στη τηλεόραση – λίγο για το Ασφαλιστικό, λίγο για το ΠΑΣΟΚ, λίγο για την Ολυμπιακή, και λίγο για το «γερμανικό μοντέλο» - κάτι αλλαγές στο εκλογικό σύστημα, βαριέμαι να σου εξηγώ. Πυρκαγιές οργής ανάβουν μέσα μου, πάντοτε, αυτές οι φτηνές απάτες. Έτσι λοιπόν, δεν πρόσεξα τι έλεγαν. Μόνο τις φιγούρες τους παρατηρούσα. Και μου ξέφυγε το παιχνίδισμα τις γλώσσας σου, όταν μου’πες «γειά» και ήπιες κρασί.

Έχω κακές προθέσεις να καταθέσω αν δεχτείς τη πρόσκλησή μου. (Την προηγούμενη φορά ήταν απλώς «πονηρές»). Μη φανταστείς όμως τις γωνιές τις παλιές – κάηκαν εκείνες. Ούτε τη μουσική των υδάτων – προσωρινή διακοπή ώσπου να βρω άλλον σταθμό. Φαντάσου ήχους να καίνε. Και ψιθύρους, στο αυτί σου μέσα να γυρνάνε…Ωραία;

Ζωγράφισα ένα φεγγάρι γεμάτο με τ’αδειανά της ημέρας, και το έβγαλα έξω από το κάδρο μου, επίτηδες να ξεχωρίζει. Εκεί, παρέα, και η νύχτα. Εγκαταλελειμμένη στα θλιβερά της αστεράκια – τους επώνυμους της καθημερινότητάς μας, τους άπειρους. Τι καλά! Βρίζονται αναμεταξύ τους, ελπίζοντας πως ο ένας θα κάνει αναπαραγωγή της χυδαιότητας του αλλουνού. Και έτσι γίνεται, πράγματι, παρασέρνοντας και σένα να πιστεύεις πως ο καθρέφτης της κοινωνίας, αυτός είναι.

Ο εφιάλτης, αλλά και η υποψία μου πιά, είναι μήπως στ’ αλήθεια είναι!

Στο υπουργείο του πνεύματος, επέλεξαν το συγγενικό ανεπαίσθητο. Στα έδρανα της υποτιθέμενης «αγωνιστικής και γόνιμης αμφισβήτησης», αυτής που λένε «αξιωματικής αντιπολίτευσης» (τι βαρύγδουπος τίτλος για τόσο ανάλαφρες παρουσίες!) κάθεται, επικεφαλής, ο «ανεξάρτητος παρατηρητής» - λες κι είναι αξιωματούχος του ΟΗΕ που επιβλέπει εκλογική αναμέτρηση σε χώρα αμάθητη από Δημοκρατία.

«Ξύπνα με προτού κοιμηθώ», λοιπόν. Διαρκώς σου φωνάζω, μη φύγουν οι σταγόνες που γλίτωσαν από των μετεωρολόγων τις προβλέψεις και δεν προλάβουμε να περπατήσουμε το δάσος μας βρεγμένοι. Φέρε τους πίνακές σου μαζί, να θυμόμαστε πως ήταν κάποτε. Να τους στήσουμε εκεί, στη πλαγιά τη ρημαγμένη τώρα, σαν έκθεση ζωγραφικής στις απόγνωσης τα μέρη, ομορφαίνοντάς τα, άξαφνα! Με φόντο το βλαστάρι που τώρα ξαναγεννιέται, ένα δέντρο καλοζωισμένο (ωραία χρώματα του΄βαλες!) που δεν ξέρει πως «εγγυς γαρ το τέλος του».

Βρε, που τους βρήκαμε όλους αυτούς τους αναγνωρίσιμους; (Ποτέ, ένα επίθετο, δεν μου προκάλεσε τόση απέχθεια…). Γεωργιάδηδες, Λιάκοι, Ψωμιάδηδες, Ανθιμοι, μια χώρα που όποια ωρα και αν ανοίξεις το παράθυρό της, παπάδες θα δείς, και «εθνικούς στάρ», αρμαφρόδυτα ανθρωπάκια με κλωνοποιημένα πεκινουά, να παρελαύνουν μαζί με την επίσης «εθνική Ρούλα» από τις χαβούζες των … λαοπρόβλητων εκπομπών. Και δίπλα, απαρατήρητοι να περνάνε οι της εξουσίας οι μουλωχτοί – πόση χαρά στα σκοτεινά πρόσωπά τους, που ένα μεγάλο μέρος των μίντια καταγίνεται με … ξέρεις πως θέλω να τους χαρακτηρίσω όλους αυτούς, και όλα αυτά που πρεσβεύουν.

Φοβάσαι ότι οι προσκλήσεις μου για βόλτα, γίνονται για να ξεφεύγω απ’ όλα αυτά, ίσως και από τον κακό εαυτό μου, και όχι για να προσεγγίσω, ν’ ακουμπήσω εσένα;

(Σιωπή μακρά. Και βλέμμα, απλωμένο πέρα. Μακριά πολύ)

Τραυματικά αποσπασματική συμπεριφορά, με διαρκείς τάσεις φυγής. Αυτοσχέδια, επιστημονική ονομασία, καθώς κρατώ σφιχτά στη φούχτα μου έναν κώνο πεύκου, και αναζητώ τον λατινικό του … ορισμό, ή ένα όραμα που να μην περιέχει τίποτα απ’ τα παλιά, και να μπορεί όμως να τα αντικρίσει αν ξαφνικά βρεθούν μπροστά του. Γραφώ βιβλίο, παρεμπιπτόντως, για ένα παιδί που δεν άντρεψε ποτέ. Και πρέπει να επιστρέψω στα παλιά, να κάνω έρευνα…

Ίδρωσε πάλι η παλάμη σου – τι έγινε; θα ενοποιήσουν και το δικό σου ταμείο με το δικό μας; Η θα μεταφέρεις και συ το υπόλοιπο της πιστωτικής σου κάρτας εκεί όπου μεταφέρουν οι σκύλοι τα κακά τους, για να μην τα βρίσκουν άλλοι; Μωρέ, θές-δε-θές θα τα βρουν τα κατατόπια σου, και έκπληκτη θα σε βγάλουν στον αέρα να απολογηθείς για το έγκλημά σου κατά του συστήματος. Μη τυχόν και με καταδώσεις, καημένη μου! Οικογένεια έχω…

Βρέχει ωραία. Και περπατώ μονάχος στο σκοτεινό Park Wood, ακούγοντας υπέροχα, βαριά, τραγούδια του Bowie – that lonely, grinning soul. Μεγάλωσαν πάλι τα δέντρα που τα είχε γκρεμίσει, τότε, η ανεμοθύελλα. Κι’ ο Φρανγκισκανός μοναχός, με πιο βαριά βήματα πιά, μου λέει «σε θυμάμαι, ήσουν αέρας». Εχω ένα διάλειμμα, και λέω να του εξομολογηθώ τα ανάμεσα στο «θυμαμαι» και στο «ησουν».

Έφυγα, πριν αποδεχθείς η απορρίψεις τη πρόσκλησή μου. Πρόλαβαν και μου πρότειναν εκπομπή στα λημέρια τα παλιά και την αποδέχτηκα. Πήρα μαζί δυο πίνακές σου της Πάρνηθας, παλιά. Και μια μουσική εκείνης της βόλτας, να τη βάζω στο ξεκίνημα της κάθε μέρας μου, εκεί. Ένα κονσέρτο για πατρίδα αόριστη.

Μη πεις τίποτα σε κανέναν. Στην εφημερίδα θα στέλνω κανονικά, σαν ναμαι εδώ. Αφού, έτσι κι αλλιώς «σαν ναμαι εδώ» ζούσα τόσα χρόνια….

Powered by Drupal - Design by Artinet